Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΡΑΚΗΣ (14 Μαΐου 1920)

http://averoph.files.wordpress.com/2014/05/0b706-thrace_big.jpg?w=566&h=413

Πάντα ελεύθερη, η Θράκη μας!

Με αφορμή τη σημερινή επέτειο ας κάνουμε μιά ιστορική αναδρομή, και να θυμηθούμε τα γεγονότα που κατέληξαν στην απελευθέρωση της Θράκης στις 14 Μαΐου 1920.

Η Θράκη υποδουλώνεται στους Οθωμανούς γύρω στο 1360. Τότε αρχίζει και μια ιστορία αιώνων γεμάτη αγώνες και θυσίες. Από τα τέλη του 18ου αιώνα ο Ελληνισμός της Θράκης δημιουργεί τα πολιτιστικά και οικονομικά δεδομένα που θα επιτρέψουν να διεκδικήσει με άλλες πλέον προϋποθέσεις την απελευθέρωσή του και τελικά την ένταξή του στον εθνικό κορμό. Τότε η Οθωμανική αυτοκρατορία εκχωρεί στους υπόδουλους την αυτοδιαχείριση των κοινοτικών πραγμάτων που αφορούσαν τη λατρεία, την εκπαίδευση, το οικογενειακό δίκαιο.
Αυτά τα δεδομένα αποτέλεσαν και τις βάσεις για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη όλης της Θράκης στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς. Στην Εθνεγερσία του 1821 η Θράκη προσφέρει στον Αγώνα πλοία, χρήματα, ήρωες και ποταμούς αίματος. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΕΆ , ο Μητροπολίτης Σωζοπόλεως Παίσιος , ο Κάρπος Παπαδόπουλος, ο Αντώνιος και η Δόμνα Βυζβίζη κα.
Όλες οι επαναστατικές ενέργειες διαλύθηκαν και οι επαναστάτες εξοντώθηκαν. Στη Φιλιππούπολη, στη Βάρνα, στην Αγχίαλο , στη Μεσημβρία, στη Μάκρη, στη Μαρώνεια, στην Αίνο, στη Σαμοθράκη κ.α.
Ήταν ένας αγώνας καταδικασμένος, τόσο κοντά στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας, κάτι που γνώριζαν οι Θρακιώτες και που όμως δεν έκαμψε στιγμή το φρόνημά τους. Στο βάθος της Θρακιώτικης ψυχής έκαιγε ο πόθος για την ελευθερία. Την ελευθερία που αργούσε ακόμη να έρθει.


Στο τέλος του Α’ Βαλκανικού πολέμου η Θράκη περνά από τα χέρια των Οθωμανών στα χέρια των Βούλγαρων. Ακολουθούν διωγμοί, εξορίες, προσφυγιά των Ελλήνων. Μία σύντομη αλλά ιδιαίτερα σκληρή περίοδος. Η εδαφική απληστία όμως των Βουλγάρων οδηγεί την Ελλάδα και τις γείτονες χώρες στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο και την κατάληψη από τα στρατεύματα τον Ιούλιο του 1913 ολόκληρης της Δυτικής Θράκης. Παράλληλα την Ανατολική Θράκη καταλαμβάνει τότε ο τουρκικός στρατός.


Με την συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913 η Δυτική Θράκη επιδικάζεται στους Βούλγαρους. Ο Θρακιώτικος λαός εξεγείρεται, απωθεί τις Βουλγαρικές δυνάμεις, κηρύσσει την αυτονομία της περιοχής και σχηματίζει προσωρινή Κυβέρνηση.
Η Ελληνική Κυβέρνηση όμως, τηρώντας τους όρους της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, εγκαταλείπει τη Θράκη , η οποία παραδίνεται στους Βούλγαρους τον Οκτώβριο του 1913. Η ελευθερία κράτησε λοιπόν μόνο τρεις μήνες και έμελλε να αργήσει άλλα έξι χρόνια. Η Βουλγαρική κατοχή κατέστρεψε στα χρόνια που ακολούθησαν τον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της τοπικής κοινωνίας. Σταμάτησε τον πολιτισμό και ερήμωσε όλη την περιοχή. 250,000 Έλληνες της Θράκης οδηγήθηκαν στην προσφυγιά. Δεκάδες χιλιάδες σφαγιάσθηκαν.


Το τέλος του Α Παγκοσμίου πολέμου βρίσκει την Τουρκία ηττημένη. Η Ελλάδα διεκδικεί ξανά όλη τη Θράκη. Τότε η Γαλλία, για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, δια του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής Γάλλου Φρανσουά ντ Εσπεραί διατάσσει τα συμμαχικά στρατεύματα να καταλάβουν τη Δυτική Θράκη, επίσημα, για λογαριασμό της συμμαχίας, ουσιαστικά όμως για την επίτευξη των δικών της βλέψεων. Το πρωινό της 4ης Οκτωβρίου 1919 τα συμμαχικά στρατεύματα με επικεφαλής τον στρατηγό Λεοναρδόπουλο μπαίνουν στην Ξάνθη και στη συνέχεια ελευθερώνουν όλη τη Δυτική Θράκη από τους Βούλγαρους.
Οι συμμαχικές δυνάμεις επέβαλαν στη Θράκη καθεστώς διασυμμαχικής κατοχής, ονομάζοντάς την “Χώρα της Θράκης”. Επίσημη γλώσσα ήταν η Γαλλική. Τη Διοίκηση της Θράκης ανέλαβε κατ΄ εξουσιοδότηση του Αρχιστράτηγου ο Στρατηγός Σαρπύ.


Ο Χαρίσιος Βαμβακάς ο οποίος εστάλη στην έδρα της Διασυμμαχικής Διοικήσεως, την Κομοτηνή, ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβερνήσεως και έμπιστος άνθρωπος του Ελευθερίου Βενιζέλου, επέτυχε τελικά να αποδοθεί και ενσωματωθεί η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα. Έτσι την 13η Μαΐου του 1920 ο ελληνικός στρατός υπό τον διοικητή Ζυμβρακάκη έλαβε την διαταγή να κατευθυνθεί στην πόλη της Κομοτηνής ώστε την 14η Μαΐου να βρίσκεται στην πρωτεύουσα του Ν. Ροδόπης. Εν προκειμένω, χαρακτηριστική είναι η καταγραφή και περιγραφή των όσων συνέβησαν στην Κομοτηνή εκείνη την νύκτα της 13ης ξημερώματα 14ης Μαΐου 1920, όπως μας τα διασώζει με την γραφίδα του ο αείμνηστος Αντώνιος Ρωσσίδης στο «Χρονικό της απελευθερώσεως», όπου γράφει:


«Η ευφρόσυνη είδηση της αποφάσεως των συμμάχων μας για την κατάληψη της Δυτ. Θράκης από τον ελληνικό στρατό έκανε φτερά και έγινε αμέσως γνωστή στους κατοίκους της. Στην Κομοτηνή, κατά την παραμονή της εισόδου του στρατού μας, όλοι ήξεραν ότι πλησιάζει η ώρα και μία ανείπωτη συγκίνηση και λαχτάρα ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων. Οι παλαιοί Κομοτηναίοι συγκλονίζονται όταν αναπολούν τις αξέχαστες εκείνες ώρες. Εκείνη την αξέχαστη νύκτα… κανένας δεν κοιμήθηκε. Όλη η πόλη έμοιαζε σαν να αγρυπνά σε ολονυκτία ακολουθία. Από βραδύς και όλη την νύκτα, άνδρες και γυναίκες πηγαινοέρχονταν, και με επικεφαλής τον δημαρχεύοντα Απόστολο Σούζο, προετοίμαζαν την υποδοχή του στρατού… τα συνεργεία που στήθηκαν σε κεντρικά σπίτια, έκοβαν και έραβαν ασταμάτητα Ελληνικές σημαίες. Και άκουγες παντού γέλια, ευχές και χαρούμενα τραγούδια. Και όταν οι πρώτες ηλιαχτίδες της 14ης Μαΐου του 1920 φώτισαν τον καταγάλανο ουρανό όλη η πόλη βρέθηκε να πλέει στα γαλανόλευκα. Και ο λαός της Κομοτηνής ξεχύθηκε να προϋπαντήσει τους ελευθερωτές του με αλαλαγμούς και επιφωνήματα χαράς…».
Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Θράκη προσαρτάται οριστικά στην Ελλάδα.


Οι Θρακιώτες μαθαίνουν το πολυπόθητο γεγονός στις 30 Ιουλίου 1920 από το εξής τηλεγράφημα του ίδιου του Βενιζέλου προς τον κυβερνητικό αντιπρόσωπο της Θράκης: « Χαίρω μεγάλως αγγέλων υμίν ότι σήμερον εβδόμην επέτειον Συνθήκης Βουκουρεστίου υπεγράφη συνθήκη ειρήνης μετά Τουρκίας, δι’ ης αι κυριότεραι σύμμαχοι δυνάμεις μεταβίβασαν ημίν Δυτικήν Θράκην».
Το νόημα της σημερινής Επετείου είναι το χρέος μας να μη λησμονούμε την ιστορία μας και να αποτίουμε φόρο τιμής στους πρωταγωνιστές της.

Σουλτς: Δεν μπορούμε άλλο να κόβουμε μισθούς και συντάξεις στην Ελλάδα

Σουλτς: Δεν μπορούμε άλλο να κόβουμε μισθούς και συντάξεις στην Ελλάδα

"Η Ελλάδα χρειάζεται ελάφρυνση του χρέους. Δεν μπορούμε άλλο να κόβουμε μισθούς και συντάξεις. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η Ελλάδα μέσα στο 2015 έφτασε σε πρωτογενές πλεόνασμα", δήλωσε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς στην εκπομπή Global Conversation στο Euronews .
Για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και την εν εξελίξει διαπραγμάτευση, ο κ. Σουλτς έδωσε τρεις πολύ σύντομες απαντήσεις.
«Καταρχήν, τη Δευτέρα νομίζω ότι βρήκαμε έναν καλό τρόπο για να λύσουμε τα τρέχοντα προβλήματα. Δεύτερον, νομίζω ότι χρειαζόμαστε ελάφρυνση του χρέους και είναι η πρώτη φορά που το συζητήσαμε αυτό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν διστάζει να το συζητήσει αυτό, ακόμα και η Γερμανία είναι ανοικτή προς συζήτηση. Ανήκω σε ένα κόμμα που είναι μέλος της γερμανικής κυβέρνησης. Στηρίζουμε απόλυτα μια τέτοια συζήτηση και ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας δεν έχει αντιταχθεί σε αυτήν την θέση.
Τρίτον, πρέπει να σταματήσουμε να απαιτούμε συνέχεια περισσότερες θυσίες. Δεν μπορούμε άλλο να κόβουμε μισθούς και συντάξεις. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να αναγνωρίσουμε ότι η Ελλάδα μέσα στο 2015 έφτασε σε πρωτογενές πλεόνασμα. Αυτό σημαίνει ότι οι θυσίες που απαιτήσαμε από τους Έλληνες άρχισαν τώρα να αποδίδουν καρπούς».
Στην ερώτηση αν θεωρεί ότι τα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα ήταν υπερβολικά, ο Μάρτιν Σουλτς απάντησε: «Ξέρετε πολύ καλά ότι ποτέ δεν ήμουν υπέρμαχος αυτών των μέτρων λιτότητας. Η εξυγίανση του προϋπολογισμού, η αναδιάρθρωση του χρέους είναι αναγκαία, αλλά εάν δεν έχεις οικονομική ανάπτυξη ή απασχόληση που να αυξάνει το εθνικό εισόδημα, δεν πρόκειται να διορθώσεις την κατάσταση μακροπρόθεσμα».
Αναφορικά με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ανέφερε: «Αυτό που έκανα τις προηγούμενες εβδομάδες είναι ότι σταμάτησα το σχέδιο για ταξίδια χωρίς βίζα, που υπέβαλε η Κομισιόν στο Ευρωκοινοβούλιο, επειδή η Τουρκία δεν πληρούσε σε καμία περίπτωση τα 72 κριτήρια που απαιτούνταν σε αντάλλαγμα για κάτι τέτοιο. Μεταξύ αυτών, είναι η μεταρρύθμιση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, αλλαγές στον τρόπο προστασίας δεδομένων και παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εάν η Τουρκία συνεχίσει αυτόν τον δρόμο υποστηρίζοντας ότι δεν θα αλλάξει το πλαίσιο για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, τότε δεν θα ξεκινήσουμε τις συζητήσεις για την κατάργηση της βίζας».
Σε σχέση με την δήλωση του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «εμείς θα ακολουθήσουμε τον δρόμο μας και εσείς τον δικό σας», απάντησε: «Είμαστε συνεργάτες που έχουν ανάγκη αμοιβαίας συνεργασίας. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι ο κ. Ερντογάν θέλει να εγκαταλείψει αυτή τη συνεργασία. Είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε, αλλά η Τουρκία έχει υποσχεθεί να πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε από την δική μας πλευρά την συμφωνία. Παρά τις υποσχέσεις, η Τουρκία κάνει τώρα πίσω. Αυτή είναι μια νέα κατάσταση, επομένως θα πρέπει να την συζητήσουμε, αλλά αν η Τουρκία δεν προωθήσει σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις, τότε εμείς, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν μπορούμε να περάσουμε τη συμφωνία. Αν ο κ. Ερντογάν θεωρεί ότι η συμφωνία έχει ανασταλεί, αν και δε νομίζω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο στην περίπτωσή μας, διότι αυτό θα ήταν κρίμα, θα βρούμε μια λύση στο πνεύμα του αμοιβαίου σεβασμού και της αμοιβαίας συνεργασίας. Αλλά αμοιβαίος σεβασμός, και θέλω να είμαι πολύ σαφής σχετικά με αυτό, σημαίνει ότι σεβόμαστε την Τουρκία, αλλά και ότι η Τουρκία πρέπει να σεβαστεί τους δικούς μας κανόνες».
Αναφορικά με τα τείχη που υψώνονται σε πολλά σημεία της Ευρώπης για να σταματήσουν οι μεταναστευτικές ροές προς την κεντρική Ευρώπη, απαντά: «Χρειαζόμαστε προστασία των εξωτερικών μας συνόρων μέσω κανόνων που πρέπει να εφαρμόζονται ανά περίπτωση και στη συνέχεια χρειαζόμαστε ένα σύστημα μετεγκατάστασης προς τις 28 χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν λειτούργησε διότι η πλειοψηφία των χωρών μελών δεν συμμετέχει στην μετεγκατάσταση όπως άλλες χώρες, για παράδειγμα η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ιταλία. Αυτό δημιουργεί προβλήματα. Το ερώτημα δεν αφορά την Ευρώπη, το ερώτημα αφορά τον εθνικισμό ορισμένων κυβερνήσεων. Αυτό ακριβώς οδηγεί την Ευρώπη σε κρίση. Το ότι ορισμένες κυβερνήσεις που δεν συμμετέχουν στην μετεγκατάσταση, που δημιουργούν προβλήματα με τις ενέργειές τους και την άνοδο του εθνικισμού, στη συνέχεια υποστηρίζουν πως η Ευρώπη είναι ανίκανη να επιλύσει την μεταναστευτική κρίση, πρόκειται για κυνισμό άνευ προηγουμένου».
Περί ευθύνης: Τo sv7bot.blogspot.gr  δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται.

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

«Βόμβα» Βαρουφάκη: Απειλούσαμε με Grexit τους Ευρωπαίους - Ο Δραγασάκης με «κάρφωσε» στον Ντράγκι (Video)



Η συμφωνία με τον Τσίπρα ήταν ότι κεκλεισμένων των θυρών να απειλούμε τους ευρωπαίους με Grexit, ανέφερε μεταξύ άλλων, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης.

Μιλώντας στο δίκτυο Athens Live, ο Γιάνης Βαρουφάκης αναφέρθηκε εκτενώς στη διαπραγματευτική τακτική της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στην πρόσφατη αποκάλυψη από το Wikileaks του διαλόγου Τόμσεν-Βελκουλέσκου, για τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις στο Eurogroup, για την παγκόσμια κρίση καθώς και για το τι μέλλει γενέσθαι σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον Γ. Βαρουφάκη η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αν και είχε αποκλείσει την έξοδο από το ευρώ, παρασκηνιακά απειλούσε με αυτό το ενδεχόμενο τους ευρωπαίους εταίρους προκειμένου να ακυρωθεί η στρατηγική των δανειστών που, σύμφωνα με τον πρώην ΥΠΟΙΚ, είχε ως καταληκτικό σημείο την πρόκληση χρηματοπιστωτικής ασφυξίας μέσω τους κλεισίματος των ελληνικών τραπεζών.
Ο Γ. Βαρουφάκης αναφέρει πως οι ευρωπαίοι φοβόντουσαν ενδεχόμενο Grexit λόγω του εξαιρετικά υψηλού κόστους που θα είχε μια τέτοια πιθανότητα για την ευρωζώνη. Η φόβος τους μάλιστα ήταν τέτοιος που, σύμφωνα πάντα με τον πρώην ΥΠΟΙΚ, ο Μάριο Ντράγκι έφτασε στο σημείο να παρακαλέσει τον Γ. Βαρουφάκη να μην υλοποιήσει τις απειλές του. Την στρατηγική αυτή, πάντοτε κατά τον πρώην ΥΠΟΙΚ, ακύρωσε προσωπικά ο Γιάννης Δραγασάκης ο οποίος μετέβη αυτοπροσώπως στην Φραγκφούρτη και δήλωσε ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει στον τότε υπ Οικονομικών να υλοποιήσει τις απειλές του.
Ο Γ. Βαρουφάκης χαρακτηρίζει τον γερμανό ΥΠΟΙΚ, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, «ανίκανο ανθρωπάκο, αστοιχείωτο από πλευράς οικονομικών», ο οποίος, παρά την τεράστια οικονομική ισχύ της Γερμανίας, είναι δέσμιος ενός δικτύου εξυπηρετήσεων προς τους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της Γερμανίας και της ΕΕ αλλά και των προσωπικών του φιλοδοξιών.
Αναφορικά με τη διαρροή του διαλόγου Τόμσεν-Βελκουλέσκου ο Γιάνης Βαρουφάκης εκτιμά ότι αποτέλεσε ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης, γιατί πλέον, σε περίπτωση που το σχέδιο αυτό ευοδωθεί, η ευρωπαϊκή ηγεσία θα είναι έκθετη καθώς δεν θα μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν γνώριζε.
Ανέφερε ότι η γερμανική ηγεσία και προσωπικά η Ανγκελα Μερκελ λειτουργεί με ορίζοντα τριμήνου, ενώ επέβαλε σκληρή λιτότητα στην Ελλάδα για να δικαιολογήσει στο πολιτικό της ακροατήριο την παροχή τεράστιων χρηματοδοτικών πακέτων προς την Ελλάδα, τα οποία όμως στην πραγματικότητα δόθηκαν για να διασωθεί η Deutsche Bank.
Τέλος χαρακτηρίζει δυσοίωνο το μέλλον της Ελλάδας, σημειώνοντας πως «θα έχουμε πολύ κακές αρνητικές εξελίξεις» καθώς «τα 6 δισ. νέων περικοπών σε συνδυασμό με την πλήρη κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος (…) θα οδηγήσει σίγουρα σε ένα νέο κύμα θυμού».
«Το θέμα είναι ποιος θα το οργανώσει αυτό το πράγμα», καταλήγει.
Δείτε το βίντεο:

Περί ευθύνης: Τo sv7bot.blogspot.gr  δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται.



Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ! Και αν οι Τούρκοι προχωρήσουν; Τότε θα γίνει πόλεμος!



ΜΑΘΕΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ….
Συγκλονιστικά ντοκουμέντα φέρνει στο φως ο κύπριος μεγαλοεκδότης Κωστής Χατζηκωστής μέσα από το βιβλίο του «Έξι Προεδρικά Πορτραίτα»
Πώς ο Σημίτης άφησε άοπλη την Κύπρο απέναντι στην Τουρκία
Η υπόθεση των ρωσικών πυραύλων S-300 είναι άλλη μια θλιβερή σελίδα της Ιστορίας, καθώς για μία ακόμη φορά η Κύπρος πλήρωσε ακριβά τις τραγικές επιλογές ελληνικής κυβέρνησης, στο τιμόνι της οποίας βάσκανος μοίρα όρισε να βρίσκεται ο Κώστας Σημίτης. Ωμά είπε στον τότε Πρόεδρο της Κύπρου Γλαύκο Κληρίδη, στην κρίσιμη συνάντηση που είχαν στην Αθήνα, ότι οι πύραυλοι για λόγους «εθνικού συμφέροντος» έπρεπε να καταλήξουν στην Κρήτη, όπως και έγινε. Και από τότε σαπίζουν στα χωράφια αντί να είναι στα βουνά του Τροόδους, απειλή απέναντι σε κάθε νέο τουρκικό εκβιασμό.
Είναι απίστευτα τα αποκαλυπτικά στοιχεία που φέρνει στο φως ο κύπριος μεγαλοεκδότης, πρόεδρος του Δημοσιογραφικού Συγκροτήματος «ΔΙΑΣ», Κωστής Χατζηκωστής μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του «ΕΞΙ ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΠΟΤΡΑΙΤΑ», το οποίο αναφέρεται στους Προέδρους της Κύπρου Μακάριο, Κυπριανού, Βασιλείου, Κληρίδη, Παπαδόπουλο και Χριστόφια. Στην παρουσίαση του βιβλίου, που έγινε πριν από περίπου έναν μήνα, μίλησαν ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και ο πρώην υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος.
Η παραγγελία για την αγορά των S-300 δημοσιοποιήθηκε επισήμως τον Ιανουάριο του 1997. Οι S-300 ήταν ένα πυραυλικό σύστημα κατασκευασμένο με την πιο σύγχρονη ρωσική τεχνολογία. Αν και αποτελούσε κυρίως αμυντικό όπλο, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως επιθετικό, κάτι που σημαίνει ότι θα είχε τη δυνατότητα να πλήττει και στόχους μέσα στην Τουρκία.
Η απόφαση να αποκτηθεί αυτό το όπλο στηριζόταν στην αυτονόητη εκτίμηση ότι, χωρίς τον απαραίτητο εξοπλισμό, η Κύπρος θα διαπραγματευόταν μονίμως υπό το καθεστώς της τουρκικής στρατιωτικής απειλής. Ταυτόχρονα, η αγορά αυτών των πυραύλων ενίσχυε ουσιαστικά το περιβόητο αμυντικό δόγμα Ελλάδας – Κύπρου, το οποίο αποτελούσε ασπίδα προστασίας της Κύπρου. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά η Κύπρος θα είχε στην κατοχή της ένα όπλο το οποίο θα της πρόσφερε ουσιαστική άμυνα απέναντι στην Τουρκία προκάλεσε έντονη αντίδραση, τόσο από την Τουρκία όσο και από τους συμμάχους της, σημειώνει ο κ. Χατζηκωστής και προσθέτει:
«Τον Οκτώβριο του 1997, ο Κληρίδης, μιλώντας στη Φωνή της Αμερικής, διαλαλούσε χαρακτηριστικά: “Δεν θα ξαναστείλουμε τα παιδιά μας στη μάχη χωρίς αντιαεροπορική κάλυψη. Δεν θα εγκαταλείψουμε το αναφαίρετό μας δικαίωμα να προστατεύσουμε τη χώρα μας και να αποφασίσουμε για τους εξοπλισμούς μας.
Δεν θα δέσουμε τα χέρια πίσω από την πλάτη μας και θα επιτρέψουμε στην τουρκική αεροπορία να βομβαρδίζει τις πόλεις και τα χωριά μας, όπως έχει κάνει και στο παρελθόν!”».
Το «όχι» του Σημίτη στους S-300
Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στη σύσκεψη που έγινε στην Αθήνα:
«Από τον Αύγουστο του 1998, σχετικά δημοσιεύματα προανήγγειλαν τη μη έλευση των πυραύλων.
Χαρακτηριστική ήταν μια συνέντευξη του Κώστα Σημίτη που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή. Την επόμενη μέρα, στη Λευκωσία και στην Αθήνα, σχετικές ανακοινώσεις πληροφορούσαν ότι οι πύραυλοι θα κατέληγαν στην Κρήτη για λόγους “εθνικού συμφέροντος”.
Στις 27 Νοεμβρίου, έγινε μια βαρυσήμαντη και ιστορική συνάντηση στην Αθήνα, μεταξύ Κυπρίων αξιωματούχων, με επικεφαλής τον Κληρίδη, και της πολιτικής ηγεσίας της Ελλάδας, με επικεφαλής τον Σημίτη.
Από την ελληνική πλευρά παρόντες ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου, ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννος Κρανιδιώτης και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Άκης Τσοχατζόπουλος. Την κυπριακή αντιπροσωπεία αποτελούσαν ο Παντελής Κούρος, ο τότε υπουργός Άμυνας Γιαννάκης Ομήρου, ο υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Κασουλίδης και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Χρήστος Στυλιανίδης.
Στη σύσκεψη, η ελλαδική πλευρά πίεσε τον Κληρίδη να μην έρθουν οι S-300. Ο Κληρίδης και η κυπριακή αντιπροσωπεία έδωσαν μάχη μέχρι τέλους για να έρθουν οι πύραυλοι στην Κύπρο, αλλά η ελλαδική πλευρά είχε ήδη αποφασίσει να ενδώσει στις τουρκικές απειλές και, κυρίως, στην πίεση από Λονδίνο και Ουάσιγκτον. Στα πρακτικά της σύσκεψης που δημοσιεύτηκαν χρόνια μετά, δεν συμπεριλήφθηκαν όλοι οι διάλογοι. Χάρη σε μαρτυρίες των παρευρισκομένων, και ειδικά του Γιαννάκη Ομήρου, παρατίθενται αποσπάσματα του συγκλονιστικού διαλόγου, που πρώτη φορά δημοσιεύονται».
Για πρώτη φορά στο φως οι λογοκριμένοι διάλογοι
Από την αρχή της σύσκεψης ήταν προφανές ότι η συζήτηση θα γινόταν σε έντονο κλίμα: «Κληρίδης: Προτού μπούμε σε συζήτηση, θέλω να κάμω τις εξής παρατηρήσεις: Στην Αθήνα οι εφημερίδες γράφουν ότι η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε οι πύραυλοι να μεταφερθούν στην Κρήτη και ότι το εμπόδιο είναι ο Κληρίδης. Εκφράζω τον φόβο ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα παρουσιαστεί ως υποχωρήσασα και ότι το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Κύπρου – Ελλάδας θα υποστεί πλήγμα. Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι υπάρχουν και εκείνοι που το αμφισβητούν. Το 1968, μια άλλη Ελληνική Κυβέρνηση, μη δημοκρατική, απέσυρε τη μεραρχία από την Κύπρο και την άφησε γυμνή. Το 1974, μια άλλη Κυβέρνηση, δημοκρατική, εγκατέλειψε την Κύπρο ανυπεράσπιστη στο δεύτερο Αττίλα. Δεν θέλω να πιστέψω ότι θα συμβεί και τώρα το ίδιο. Θέλω να υπογραμμίσω ότι κινδυνεύει το γόητρο και η υπόσταση του μετώπου Κύπρου και Ελλάδας, που κτίσαμε με κόπο και μόχθο. Προσωπικά δεν με ενοχλεί το πολιτικό κόστος, διότι δεν θα είμαι ξανά υποψήφιος για την προεδρία. Όμως, με φοβίζει το κλίμα που θα δημιουργηθεί μέσα στον Κυπριακό Ελληνισμό… Στο σημείο αυτό, και ενώ στη σύσκεψη επικρατούσε παγωμάρα, ο Σημίτης διέκοψε φανερά εκνευρισμένος τον Κληρίδη:
Σημίτης: Κύριε Πρόεδρε, με εκπλήσσει ο τρόπος που μιλάτε. Η Ελλάδα και αυτή η Ελληνική Κυβέρνηση ουδέποτε θα εγκαταλείψουν την Κύπρο. Ένα τέτοιο θέμα δεν θα έπρεπε να το εγείρετε. Αποτελεί προσβολή για την Ελλάδα.
Η σύσκεψη φαινόταν να κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα. Αυτό αποφεύχθηκε μεν, αλλά όπως θα δούμε στο ακόλουθο απόσπασμα, η ένταση και η νευρικότητα επικράτησαν σε όλη τη διάρκειά της».
Στο άκουσμα του «θα γίνει πόλεμος», που είπε ο Κληρίδης, έμεινε άφωνος ο Σημίτης!
«Σημίτης: Τι θα συμβεί (σ.σ.: στο ενδεχόμενο εγκατάστασης των πυραύλων στην Κύπρο) αν οι Τούρκοι στείλουν αεροπλάνα για υπερπτήσεις πάνω από τη Λευκωσία;
Κληρίδης: Θα τους καταγγείλουμε στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Σημίτης: Δεν θα επηρεαστεί ο τουρισμός σας;
Κληρίδης: Θα το αντέξουμε!
Σημίτης: Και αν οι Τούρκοι προχωρήσουν σε κάποιας μορφής χερσαία επίθεση για να καταλάβουν εδάφη, τι θα γίνει;
Κληρίδης: Τότε θα γίνει πόλεμος!
Ο Σημίτης έμεινε προς στιγμή άφωνος και στη συνέχεια ψέλλισε δύο φορές: “Πόλεμος; Πόλεμος”».
Ομήρου: Θα επέμβει η Ρωσία
«Στη συνέχεια, πήρε το λόγο ο Ομήρου για να στηρίξει τον Κληρίδη, αντικρούοντας πολλά επιχειρήματα του Σημίτη εναντίον της έλευσης των πυραύλων, ένα από τα οποία ήταν, για παράδειγμα, το ότι οι πύραυλοι δεν θα μπορούσαν να εγκατασταθούν στα βουνά του Τροόδους, διότι τα φορτηγά που θα τους μετέφεραν είχαν δήθεν… 100 μέτρα μήκος και δεν θα χωρούσαν να περάσουν από τα στενά βουνίσια δρομάκια! Ο Ομήρου τόνισε επίσης ότι αν η Τουρκία έκανε αεροπορική επίθεση κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης των πυραύλων, η αντιαεροπορική άμυνα της Κύπρου ήταν ήδη αρκετά ισχυρή για να την αντιμετωπίσει, ενώ επιπλέον η Ρωσία είχε συμβατική υποχρέωση, όχι μόνο να φέρει τους πυραύλους στην Κύπρο, αλλά και να τους εγκαταστήσει (πράγμα που σήμαινε ότι η Τουρκία θα ρίσκαρε μεγάλη σύγκρουση με τη Ρωσία)».
Ο εξευτελισμός…
«Οι πύραυλοι παραδόθηκαν τελικά προς ενταφιασμό στην Κρήτη, όπου μαρτυρούν τον εξευτελισμό μιας ηρωικής πρωτοβουλίας του Κληρίδη για τη σωτηρία της Κύπρου. Ο Ομήρου, προς μεγάλη του τιμή, παραιτήθηκε από ευθιξία αμέσως μετά τη σύσκεψη των Αθηνών. Πάντως, είναι βέβαιο πως τεράστιες ευθύνες για τη μη έλευση των S-300 (και στη συνέχεια για το Σχέδιο Ανάν), ίσως μεγαλύτερες και από αυτές της κυπριακής πλευράς, φέρει η ελληνική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Σημίτη».
Ήταν η τελευταία αποτυχημένη απόπειρα αντίστασης…
«Η αντίδραση της «Σημερινής» σε αυτή την εξαπάτηση του λαού και την υποχώρηση μπροστά στις τουρκικές απειλές ήταν δυναμική και έντονη. Η μη έλευση των S-300, η μη περαιτέρω απόκτηση τεχνολογικών όπλων ώστε να ενισχυθεί η ανύπαρκτη στρατιωτική, διαπραγματευτική ικανότητα της αδύναμης και κατεχόμενης Κύπρου προμηνούσαν νέα δεινά, τα οποία κωδικοποιήθηκαν τα επόμενα χρόνια.
Ο λόγος που δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία των πυραύλων S-300 είναι γιατί υπήρξε η τελευταία αποτυχημένη απόπειρα των Ελλήνων να δομήσουν προϋποθέσεις αντίστασης και αντίπαλου δέους απέναντι στον καλπάζοντα τουρκικό επεκτατισμό».
Περί ευθύνης: Τo sv7bot.blogspot.gr  δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται.

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Πως ο Ρότσιλντ έλεγχε τη Ρωσία, πριν αναλάβει ο Πούτιν και βάλει τάξη στη χώρα



Οι ρώσοι ολιγάρχες, αντίπαλοι του Πούτιν, είναι πιόνια των Rothschild
Αποκάλυψη, για το ότι ασκούσε έλεγχο ο Ρότσιλντ πάνω στη Ρωσία, τον καιρό που δεν ήταν στο τιμόνι της χώρας ο Πούτιν, από τον Alex Jones.
Έκαναν ότι ήθελαν, μέχρι που ο Βλαντιμίρ Πούτιν τους πήγε στο δικαστήριο και τους κατηγόρησε για την προδοσία τους. Εμφανής ο ρόλος των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην υπονόμευση και τη στόχευση της Ρωσίας.
Το βίντεο έχει Ελληνικούς υποτίτλους και αξίζει να το δείτε
 Περί ευθύνης: Τo sv7bot.blogspot.gr  δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται.

Πώς Έφτασε Η Ελλάδα Στα Μνημόνια;

Το παρακάτω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από τη μελέτη ""Ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο για την ελληνική οικονομία και η μετάβαση σ' αυτό"

Μια ανάλυση των παραγόντων που οδήγησαν την οικονομία της χώρας στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

,,,,


Σκιαγράφηση της Πορείας της Ελληνικής Οικονομίας τα Τελευταία 20 Χρόνια

Εάν κάποιος ερευνητής θέλει να προσεγγίσει αξιόπιστα τα τρέχοντα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και, πολύ περισσότερο, να προτείνει λύσεις ικανές να αντιμετωπίσουν τις χρόνιες παθογένειες που τη χαρακτηρίζουν, τότε πρέπει να μελετήσει προσεκτικά και να καταλάβει όσα συνέβησαν τα προηγούμενα, τουλάχιστον, είκοσι χρόνια (αν και πολλές από τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας χρονολογούνται αρκετά παλιότερα).Έτσι, λοιπόν, της παρούσας κρίσης, που έκανε την εμφάνισή της δειλά το 2008, αλλά διογκώθηκε και επεκτάθηκε κατά τα επόμενα χρόνια, προηγήθηκε μια μακρά περίοδος εύθραυστης, όπως αποδείχθηκε, οικονομικής ευφορίας και ευημερίας. Θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου στην αμέσως επόμενη υποενότητα. Πριν προχωρήσουμε, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η συστηματική και προσεκτική καταγραφή των αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας είναι απολύτως απαραίτητη και για τον πρόσθετο λόγο ότι η κρίση που βιώνει η χώρα μας σήμερα διαρκεί ήδη πάνω από πέντε (5) χρόνια, εάν ως σημείο αναφοράς εκληφθεί η υπογραφή της πρώτης συμφωνίας στήριξης το Μάιο του 2010, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ουσιαστικά σημάδια ανάκαμψης. Είναι αξιοσημείωτο -και μάλλον κοινά αποδεκτό- ότι μετά και την τελευταία (τρίτη κατά σειρά) συμφωνία που επετεύχθη τον Αύγουστο του 2015, οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να παραμένουν θολές. Με άλλα λόγια, η κρίση που βιώνει η ελληνική οικονομία δεν είναι απλώς\απόρροια της έντονης καθοδικής πορείας του οικονομικού κύκλου. Είναι χρόνια, σχετίζεται με διαρθρωτικές παθογένειες και αδυναμίες που αφορούν τη δομική λειτουργία της, και συνεπώς απαιτεί ριζικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές.






1995-2007: Η Περίοδος της Οικονομικής Ευφορίας

Κατά τα χρόνια που προηγήθηκαν της υιοθέτησης του κοινού νομίσματος από τη χώρα μας, και ειδικότερα από το 1995 και μετά, οπότε ετέθη στην κορυφή της εθνικής στρατηγικής η συμμετοχή  στην Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση, επιδιώχθηκε με αξιοσημείωτη συνέπεια, έπειτα από πολύ καιρό, η τιθάσευση του υψηλού πληθωρισμού που χαρακτήριζε την ελληνική οικονομία από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά.Από το 1995 και έπειτα, σημειθώθηκε αξιοσημείωτη συνέπεια στην τιθάσευση του υψηλού πληθωρισμού, μετά από πολλά χρόνια.
Η υιοθέτηση από την Κεντρική Τράπεζα (και άρα από την πολιτική εξουσία, καθότι η Κεντρική Τράπεζα δεν ήταν τότε ανεξάρτητη) της πολιτικής της «σκληρής δραχμής» οδήγησε σε πτώση –μετά από μια μακρά χρονική περίοδο– των ρυθμών πληθωρισμού της χώρας σε μονοψήφια επίπεδα. Και αυτό επετεύχθη χωρίς παράλληλη αύξηση  της ανεργίας. Η εξέλιξη αυτή φάνηκε να σηματοδοτεί τη δέσμευση της εγχώριας οικονομικής πολιτικής για την επίτευξη της σταθερότητας των τιμών, ενώ σταδιακά ενίσχυσε την αξιοπιστία της, η οποία επιπρόσθετα επηρεάστηκε θετικά και από τη μεγαλύτερη οικονομική συνεργασία  της χώρας με την Ε.Ε. (higher economic integration). Συνέπεια των παραπάνω υπήρξε η σταδιακή πτώση των ονομαστικών επιτοκίων, γεγονός το οποίο –παράλληλα με την προώθηση μεγαλύτερης ευελιξίας όσον αφορά τη χρηματοοικονομική δραστηριότητα (financial liberalization)– άρχισε να δημιουργεί ένα τοπίο αισιοδοξίας και θετικών προσδοκιών για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, η πτώση των επιτοκίων οδήγησε σε μεγάλη πιστωτική επέκταση, αφού οι εμπορικές τράπεζες άρχισαν να έχουν πρόσβαση σε άφθονο και φθηνό δανεισμό, με αποτέλεσμα και αυτές, με τη σειρά τους, να αυξήσουν  τη δανειοδότηση προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ωστόσο, παρότι, ειδικά στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, υπήρχε διάχυτη η αισιοδοξία σχετικά με την πορεία της χώρας και της οικονομίας της, τα πράγματα, δυστυχώς, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω, δεν εξελίχθηκαν ανάλογα. 
Η πτώση των επιτοκίων οδήγησε τις τράπεζες στην πρόσβαση σε άφθονο και φθηνό δανεισμό. Το ίδιο συνέβη και με τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά
Πρώτα από όλα, η μεγάλη πιστωτική επέκταση στην οποία οδήγησαν τα χαμηλά επιτόκια, αλλά και οι αισιόδοξες προβλέψεις σχετικά με την πορεία της οικονομίας, οδήγησαν σε αύξηση της εγχώριας ζήτησης, η οποία οδήγησε, με τη σειρά της, σε άνοδο των εισαγωγών. Έπειτα, τα χαμηλά επιτόκια επηρέασαν και τη δραστηριότητα του κράτους,  ο δανεισμός του οποίου σιγά-σιγά αυξήθηκε, με αποτέλεσμα την περαιτέρω ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης. Στις εξελίξεις αυτές θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς και τις επιπτώσεις από τις ροές κεφαλαίων που έρχονταν τη χώρα μας από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ε.Ε. (structural funds, ΕΣΠΑ), όπως επίσης και τις ανάγκες χρηματοδότησης που δημιούργησε η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004. Στο πλαίσιο αυτό –ενόψει βέβαια των Ολυμπιακών Αγώνων– ενισχύθηκαν οι εγχώριες υποδομές, με κύριο αποτέλεσμα να διογκωθεί ακόμη περαιτέρω η εγχώρια ζήτηση.
Η εξέλιξη αυτή είχε ως συνέπεια να δημιουργηθεί μια «φούσκα» (bubble) εγχώριας ζήτησης ή οικονομικής δραστηριότητας, η οποία συντηρήθηκε για αρκετά χρόνια από το δανεισμό (κυρίως τον εξωτερικό), αλλά και από κεφάλαια προερχόμενα από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ε.Ε.. Η «φούσκα» αυτή οδήγησε σε ασυνήθιστα υψηλούς για τη χώρα μας ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης μέχρι και το 2007, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας μακροχρόνιας ευμάρειας1. Για τους προσεκτικούς αναλυτές, ωστόσο, ήταν απλώς μια προσωρινή ανάπτυξη που στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στον τομέα της εγχώριας ζήτησης  (demand-driven growth), χωρίς ανάλογη συνεισφορά του τομέα της παραγωγής της οικονομίας. Παράλληλα, το συγκεκριμένο πρότυπο οικονομικής μεγέθυνσης, από κοινού με την έλλειψη καλής ποιότητας θεσμών, ενίσχυσε ατομικές δραστηριότητες που έρχονταν σε αντίθεση με το κοινό συμφέρον (γνωστές σαν rent-seeking activities)2.
Απόρροια αυτής της εκρηκτικής ενίσχυσης της εγχώριας ζήτησης υπήρξε η άνοδος των τιμών –συγκριτικά με την αντίστοιχη των εμπορικών μας εταίρων– και, ειδικότερα, των τιμών των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων (real asset prices), όπως για παράδειγμα  των τιμών των ακινήτων3. Η άνοδος αυτή έπληξε καίρια την εγχώρια ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Σε σύγκριση με τους εμπορικούς εταίρους της χώρας μας στην Ευρωζώνη, οι όροι εμπορίου επιδεινώθηκαν κατά περίπου 30% μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του 1990 και του μέσου της δεκαετίας του 2000. Η μείωση της εγχώριας ανταγωνιστικότητας οδήγησε το εμπορικό ισοζύγιο σε περαιτέρω ανισορροπία, αυξάνοντας έτσι σημαντικά το εμπορικό έλλειμμα. Παράλληλα, υπήρξε άνοδος του μισθολογικού κόστους στο δημόσιο τομέα, γεγονός το οποίο εκτίναξε το μοναδιαίο εργατικό κόστος παραγωγής της ελληνικής οικονομίας4.
Η αύξηση της κατανάλωσης οδήγησε σε μία «φούσκα» εγχώριας ζήτησης, η οποία συντηρήθηκε για πολλά χρόνια από τον εξωτερικό δανεισμό.
Η άνοδος του μισθολογικού κόστους του δημοσίου τομέα, η διόγκωση του μεγέθους του μέσω διορισμών, καθώς και η αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, παράλληλα με την αδυναμία του κράτους να εισπράξει τα αναλογούντα στα εισοδήματα φορολογικά έσοδα, λόγω της εκτεταμένης φοροδιαφυγής από ολόκληρους κλάδους της οικονομίας, οδήγησαν στην παραγωγή δημοσιονομικών ελλειμμάτων ακόμη και κατά τις περιόδους της ραγδαίας οικονομικής μεγέθυνσης που ακολούθησαν την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος. Δηλαδή, ενάντια σε κάθε οικονομική λογική, η δημοσιονομική πολιτική της δεκαετίας του 2000 ήταν έντονα προ-κυκλική, και άρα αποσταθεροποιητική. Τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα οδήγησαν σταδιακά σε διόγκωση του δημοσίου χρέους, εν μέσω ανάπτυξης της οικονομίας5
Τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα οδήγησαν σταδιακά σε διόγκωση του δημοσίου χρέους
Η δυνατότητα φθηνού δανεισμού, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αλλά και τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα, είχαν ως αποτέλεσμα να ανατραπεί η σύνθεση του ελληνικού δημοσίου χρέους, υπό την έννοια ότι ήταν πλέον οι ξένες τράπεζες –και άρα οι ξένοι αποταμιευτές– που παρακρατούσαν το μεγαλύτερο τμήμα του. Εκτός όμως από το δημόσιο, διογκώθηκε και ο ιδιωτικός δανεισμός, όπως επισημάνθηκε παραπάνω. Όλα αυτά οδήγησαν στη ραγδαία αύξηση του εξωτερικού χρέους της ελληνικής οικονομίας κατά τη δεκαετία του 2000. Ωστόσο, αυτό συνέβη σε όλες τις περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης.
Προσεκτική μελέτη των στοιχείων αποκαλύπτει ότι τα ελλείμματα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, μεταξύ των οποίων και αυτό της χώρας μας, συμβάδιζαν με τα πλεονάσματα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών στις χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης, γεγονός το οποίο σήμαινε ότι τα δεύτερα ουσιαστικά χρηματοδοτούσαν τα πρώτα.
Η κατάσταση αυτή, στην πραγματικότητα, αντανακλούσε το χάσμα ανταγωνιστικότητας μεταξύ των χωρών του πυρήνα και των χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης. Η εν λόγω χρηματοδότηση συνεχίστηκε επί μακρόν, εκφράζοντας μια υπερβολικά αισιόδοξη εκτίμηση των αγορών για τη μελλοντική πορεία των υπό χρηματοδότηση χωρών, η οποία  –όπως και τελικά αποδείχθηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων– έκρυβε μια μυωπική συμπεριφορά τόσο από τους δανειστές όσο και από τους δανειζομένους6.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η ραγδαία και χωρίς μέτρο διόγκωση της εγχώριας ζήτησης –συνέπεια, κατά κύριο λόγο, της αλόγιστης και ανεξέλεγκτης πιστωτικής επέκτασης– επηρέασε και τον τομέα της προσφοράς της οικονομίας, υπό την έννοια ότι οι υφιστάμενοι πόροι κατανεμήθηκαν μεταξύ των διαφόρων παραγωγικών δραστηριοτήτων με τρόπο ανορθολογικό. Για παράδειγμα, μεγάλο κομμάτι της εγχώριας ζήτησης κατευθύνθηκε προς τον τομέα των κατασκευών, ο οποίος γνώρισε ραγδαία επέκταση. Παρόμοια εξέλιξη συναντάμε σε όλες τις περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης.
Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι το πρότυπο οικονομικής δραστηριότητας στο οποίο στηρίχθηκε η χώρα μας κατά τη δεκαετία του 2000 εξασφάλιζε βραχυπρόθεσμα ένα υψηλό επίπεδο οικονομικής ευημερίας, το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν ήταν διατηρήσιμο σε μεσο-μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.
Τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι οι περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης, και ειδικότερα η χώρα μας, βρίσκονταν ήδη σε δυσχερή θέση το 2008, όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Με άλλα λόγια, δεν ήταν η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση εκείνη που προκάλεσε τα οικονομικά προβλήματα στη χώρα μας, άποψη που συχνά συνηθίζει να αναπαράγει ένα τμήμα του εγχώριου πολιτικού  και οικονομικού συστήματος. Η κρίση απλώς έφερε στην επιφάνεια τις αδυναμίες ενός ανορθολογικού και μυωπικού υποδείγματος οργάνωσης και οικονομικής διαχείρισης, το οποίο είχε υιοθετηθεί από τη χώρα μας πολλά χρόνια πριν και το οποίο, υπό τις νέες συνθήκες που προέκυψαν το 2008, ήταν αδύνατον να συνεχιστεί.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε λοιπόν ότι η ελληνική οικονομία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και όλη σχεδόν τη δεκαετία του 2000, βίωσε μια πρωτόγνωρη «φούσκα» οικονομικής δραστηριότητας, την οποία συντηρούσε η δραστική διόγκωση της εγχώριας ζήτησης. Αυτή, με τη σειρά της, βασίστηκε στα πολύ χαμηλά επιτόκια, τα οποία άρχισαν να διαμορφώνονται λίγο πριν, αλλά κυρίως μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος από τη χώρα μας. Τα χαμηλά επιτόκια οδήγησαν στην αλόγιστη και ανεξέλεγκτη αύξηση του 

Συμπερασματικά, θα λέγαμε λοιπόν ότι η ελληνική οικονομία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και όλη σχεδόν τη δεκαετία του 2000, βίωσε μια πρωτόγνωρη «φούσκα» οικονομικής δραστηριότητας, την οποία συντηρούσε η δραστική διόγκωση της εγχώριας ζήτησης. Αυτή, με τη σειρά της, βασίστηκε στα πολύ χαμηλά επιτόκια, τα οποία άρχισαν να διαμορφώνονται λίγο πριν, αλλά κυρίως μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος από τη χώρα μας. Τα χαμηλά επιτόκια οδήγησαν στην αλόγιστη και ανεξέλεγκτη αύξηση του δανεισμού, δημοσίου και ιδιωτικού, ο οποίος όμως κατευθύνθηκε κατά κύριο λόγο σε μη παραγωγικές δραστηριότητες.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε λοιπόν ότι η ελληνική οικονομία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και όλη σχεδόν τη δεκαετία του 2000, βίωσε μια πρωτόγνωρη «φούσκα» οικονομικής δραστηριότητας, την οποία συντηρούσε η δραστική διόγκωση της εγχώριας ζήτησης. Αυτή, με τη σειρά της, βασίστηκε στα πολύ χαμηλά επιτόκια, τα οποία άρχισαν να διαμορφώνονται λίγο πριν, αλλά κυρίως μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος από τη χώρα μας. Τα χαμηλά επιτόκια οδήγησαν στην αλόγιστη και ανεξέλεγκτη αύξηση του 
Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την ανορθολογική χρήση των κεφαλαίων που εισέρρευσαν στη χώρα μας από τα ταμεία της Ε.Ε., στρέβλωσαν τα κίνητρα και υπονόμευσαν τις μεσο-μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Το γεγονός αυτό συνιστά μια εξαιρετικά μυωπική συμπεριφορά, η οποία αντανακλούσε και, ταυτόχρονα, οφειλόταν στη χαμηλή ποιότητα των «θεσμών», αλλά και στο χαμηλό επίπεδο του λεγόμενου κοινωνικού κεφαλαίου (βλέπε παρακάτω) στη χώρα μας, φαινόμενα που έχουν τις ρίζες τους στη δεκαετία του 1970 και ακόμη παλιότερα.

Η Εκδήλωση Της Παγκόσμιας Χρηματοπιστωτικής Κρίσης

Το 2008 η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ και η κρίση που ξέσπασε και σηματοδοτήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα με τη χρεοκοπία  της Lehman Brothers οδήγησαν στη ραγδαία πτώση των τιμών των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων, προκαλώντας την εξάλειψη της  «φούσκας» που φαίνεται πως είχε δημιουργηθεί στην εν λόγω αγορά κατά τα προηγούμενα χρόνια. Οι ζημιές που άρχισαν να καταγράφουν οι πιστωτικοί οργανισμοί, αφενός εξαιτίας της πτώσης των τιμών αυτών και αφετέρου εξαιτίας της μη εξυπηρέτησης μεγάλου μέρους των δανείων, που κατά κύριο λόγο είχαν χορηγηθεί για την αγορά ακινήτων, είχαν ως αποτέλεσμα την κατάρρευση των χρηματιστηριακών τους αξιών. Η κρίση γρήγορα επηρέασε όλο τον πλανήτη, προκαλώντας σταδιακά πτώση  της εγχώριας ζήτησης και των τιμών σε πολλές οικονομίες. Η πτώση της ζήτησης, με τη σειρά της, οδήγησε σε μείωση της παραγωγής και, άρα, σε μείωση του ΑΕΠ και αύξηση της ανεργίας.

Για τις περισσότερες οικονομίες ο λόγος δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ αυξήθηκε απότομα, κυρίως εξαιτίας της ραγδαίας μείωσης του παρονομαστή (snowball effect)7. Πολλές οικονομίες, μεταξύ των οποίων και αυτές των χωρών της Ευρωζώνης, αντέδρασαν σε αυτή την οικονομική κρίση, υιοθετώντας αρχικά πρωτοφανή προγράμματα δημοσιονομικής επέκτασης, αλλά και νομισματικής χαλάρωσης αργότερα. Η δημοσιονομική επέκταση επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τους δημοσιονομικούς δείκτες, μεταξύ των οποίων και τον λόγο δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ8.
Όπως οι περισσότερες χώρες, έτσι και η Ελλάδα υιοθέτησε το 2008 ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής επέκτασης, προκειμένου να αναχαιτίσει τις συνέπειες της κρίσης. Εξαιτίας όμως της μη συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης κατά την περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης, η χώρα μας κατά την έναρξή της βρέθηκε με έναν ιδιαίτερα υψηλό λόγο δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος, σε συνδυασμό με μέτρα δημοσιονομικής επέκτασης και την απότομη πτώση των φορολογικών εσόδων, λόγω της οικονομικής συρρίκνωσης, οδήγησαν σε περαιτέρω ραγδαία άνοδο τον ήδη υψηλό λόγο δημοσίου χρέος προς ΑΕΠ, γεγονός που εκτόπισε τελικά την οικονομία μας από τις διεθνείς αγορές, οδηγώντας τη στην αναζήτηση χρηματοδοτικής στήριξης. Για τους ψύχραιμους και αντικειμενικούς αναλυτές, όλο αυτό ήταν απλώς θέμα χρόνου και συγκυρίας να συμβεί.

Η Πορεία Προς Την Κρίση

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ενώ συνήθως στον δημόσιο διάλογο η ελληνική κρίση θεωρείται κρίση χρέους, στη ρίζα της είναι μια κλασική περίπτωση κρίσης ανταγωνιστικότητας. Η πτώση της ανταγωνιστικότητας οφείλεται στη μη υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για αρκετά χρόνια πριν από την κρίση. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το «πιστοποιητικό γέννησης» της κρίσης δεν γράφει «2010», δηλαδή το έτος που η χώρα μας εισήλθε στα Μνημόνια, αλλά «2001», το έτος που –κάτω από το βάρος της τεράστιας  λαϊκής αντίδρασης– η τότε κυβέρνηση εγκατέλειψε τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Από τότε και μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στην εποχή των Μνημονίων, ελάχιστες μεταρρυθμίσεις υλοποιήθηκαν, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν, μάλλον, ήσσονος σημασίας.
Πριν από το 2001 η χώρα μας είχε υλοποιήσει σειρά μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν, κυρίως, την απελευθέρωση κάποιων αγορών, ιδίως του χρηματοπιστωτικού τομέα. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, σε συνδυασμό με την πτώση των επιτοκίων που έφερε η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ, οδήγησαν σε αξιόλογους ρυθμούς ανάπτυξης για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά την περίοδο 1996-2007, δηλαδή μέχρι την έναρξη της παγκόσμιας κρίσης, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ ήταν 3,9%, έναντι 2,3% της Ευρωζώνης. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ακολουθούμενο υπόδειγμα ανάπτυξης δεν ήταν βιώσιμο, καθώς βασιζόταν στη διόγκωση της εγχώριας κατανάλωσης και στη χρηματοδότησή της μέσω μεταβιβάσεων κεφαλαίου από το εξωτερικό. 
Κατά τα πρώτα χρόνια της εν λόγω περιόδου, τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν σχετικά χαμηλά και, συνήθως, μπορούσαν να καλυφθούν με αυτόνομες εισροές κεφαλαίου (κυρίως κοινοτικών πόρων). Όμως, όπως δείχνει το Γράφημα 2.2, μετά το 2000 η εικόνα αρχίζει να επιδεινώνεται, και το 2008 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ανήλθε στο δυσθεώρητο ποσοστό του 14,5% του ΑΕΠ9.
Αντίστοιχα, όπως φαίνεται στο Γράφημα 2.3, κατά τα πρώτα χρόνια της συγκεκριμένης περιόδου, τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, παρότι ήταν σχετικά υψηλά, συνδέονταν, κυρίως, με το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, ενώ το πρωτογενές αποτέλεσμα του προϋπολογισμού –μετά την αφαίρεση των τόκων– ήταν θετικό. Η εικόνα αντιστρέφεται μετά το 2002, οπότε το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος αυξάνεται σταδιακά, με αποτέλεσμα το 2009 να φθάσει το 15,2% του ΑΕΠ.
Το πλέον ανησυχητικό ήταν η σταδιακή αύξηση του πρωτογενούς ελλείμματος, το οποίο το 2009 έφθασε το 10,2% του ΑΕΠ, αν και αυτό οφείλεται εν μέρει και στη μείωση των φορολογικών εσόδων από την επελαύνουσα κρίση. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα χαρακτηρίζουν όλες σχεδόν τις οικονομίες την περίοδο 2008-2010, αν και όχι στον βαθμό που αυτά διογκώθηκαν στην Ελλάδα. Η χώρα πλέον βρισκόταν σε τυπική κατάσταση «διδύμων ελλειμμάτων», Dηλαδή ταυτόχρονη ύπαρξη ελλείμματος τόσο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο όσο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ παράλληλα το δημόσιο χρέος ήταν ίσο με 127% του ΑΕΠ και το ιδιωτικό χρέος έβαινε διαρκώς αυξανόμενο. 
Το 2010 η Ελλάδα δεν μπορούσε, πλέον, να βρει χρηματοδότηση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου χωρίς να πληρώσει απαγορευτικά υψηλά επιτόκια. Για να αποφύγει τη χρεοκοπία, προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης της Τρόικα. Μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών της έχουν υπογραφεί τρία Μνημόνια (2010, 2012 και 2015). Τα Μνημόνια αυτά είναι τυπικά του είδους τους. Παροχή πιστώσεων με ευνοϊκούς όρους, με «αντάλλαγμα» δημοσιονομική προσαρμογή και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, η φιλοσοφία των τριών Μνημονίων δεν ήταν ίδια. Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο Μνημόνιο, ουσιαστικά, θεωρούσε  ότι η Ελλάδα αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας (liquidity). Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο τα παρεχόμενα δάνεια ήταν σχετικά βραχυπρόθεσμα και το επιτόκιό τους όχι ιδιαίτερα ευνοϊκό, ενώ δεν έγινε αναδιάρθρωση του χρέους.
Τα δύο επόμενα Μνημόνια αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της Ελλάδας ως πρόβλημα φερεγγυότητας (solvency). Γι’ αυτό και συνοδεύτηκαν το μεν δεύτερο από αναδιάρθρωση του χρέους, το δε τρίτο από υπόσχεση περαιτέρω ελάφρυνσής του. Το συνολικό ποσό των δανείων που παρασχέθηκαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο των Μνημονίων υπερβαίνει τα 300 δισ. ευρώ και είναι μακράν το μεγαλύτερο δάνειο που έχει δοθεί στην παγκόσμια ιστορία (σύγκριση με δεδομένα Reinhart and Rogoff, 2009).10
Περί ευθύνης: Τo sv7bot.blogspot.gr  δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται.