Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Σώστης: Το χωριό των γηγενών και των προσφύγων κατοίκων (μέρος 1)



ΜΕ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝ. ΘΡΑΚΗ, ΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, ΤΗΝ ΛΑΪΣΤΑ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΙΑΤΙΣΤΑ


Υπάρχουν στοιχεία ύπαρξης του από το 1691
Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος
Σώστης: Το χωριό αυτό εμφανίζεται τα παλιά χρόνια στις αναφορές που έχουμε γι' αυτό ως Susigiri Koy > Susuru Koy > Σουσουρκιοΐ. Ο τόπος Σουσουρ - Κιοϊ ερμηνεύτηκε ως "βουβαλοχώρι", su = νερό και sigir = βόδι.
Το 1691 ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή τον αναφέρει ως Susigirligi. Το 1903 στα βακουφικά έγγραφα της Αδριανούπολης εμφανίζεται ως Susigiri και το 1907 σε Αυστριακό χάρτη του Καισαρικού Βασιλικού Ινστιτούτου της Βιέννης ο Σώστης κάνει γνωστή την ύπαρξή του με την οθωμανική του ονομασία Σουσκουρκιοϊ. 
Η παρουσία των Ελλήνων όμως στην περιοχή ήταν προγενέστερη σε σχέση με τους Οθωμανούς άρα και τα ελληνικά τοπωνύμια, θα προηγούνταν χρονικά. Έτσι η πρώτη ονομασία του χωριού από τα βάθη των αιώνων ήταν η Βαλαριά - Βουβαλαριά, δηλαδή ο τόπος που συγκεντρώνονταν ή έβοσκαν τα βουβάλια. Ερχόμενοι οι Οθωμανοί μετέφρασαν το βουβαλαριά σε Σουσουρκιοϊ. Άγνωστο πάντως γιατί το 1920 του δόθηκε το όνομα Σώστης.
Ο ιατρός της Μαρώνειας Μ. Μελίρρυτος στην περιγραφή της ιστορικής και γεωγραφικής περιοχής της Μητρόπολης Μαρωνείας το 1871, μας ενημερώνει, Σουσούρκιοϊ: Κατοικείται από 36 οικογένειες χριστιανών, πλησίον του ανωτέρω, μετ' εκκλησίας. Επίσης μας αναφέρει ότι οι κάτοικοι του όπως και από άλλα κοντινά χωριά συνεκκλησιάζονται στις εκκλησίες των δύο οικισμών του Φατήρ - Γιακά (τσιφλίκι με 15 χριστιανικές οικογένειες που βρισκόταν στη θέση του Αμπελουργικού Σταθμού στην Αίγειρο) και στον οικισμό του Κιρ-Τσιφλίκ που κατοικούνταν από 10 χριστιανικές οικογένειες (ανάμεσα στο Παλλάδιο και Ν. Καλλίστη).
Το 1867 η κυβέρνηση της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο έδωσαν την εντολή στους εύπορους Έλληνες της Μακεδονίας και της Θράκης να αγοράσουν όσο το δυνατόν περισσότερα αγροκτήματα για να μην περιέλθουν στα χέρια των Πανσλαβιστών και επεκταθούν οι Σλάβοι και οι Βούλγαροι σ' αυτά τα μέρη.
Μεταξύ των άλλων Ελλήνων που αγόρασαν εκτάσεις γης στην Ροδόπη ήταν και ο πρόκριτος Λάμπρος Κομνηνός που αγόρασε αγρόκτημα πολλών στρεμμάτων στον Σώστη. Γιος του ήταν ο Σοφοκλής Κομνηνός 1884-1952 διδάσκαλος απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής και δήμαρχος Κομοτηναίων από το 1928 μέχρι το 1934. Στον Σώστη απέναντι από το καφενείο του Παπαζήση ήταν η θερινή κατοικία των Κομνηνών που εκεί διέμεναν και τα αδέλφια του Σοφοκλή, όλοι ανύπαντροι, ο Κωνσταντίνος σπούδασε Ανωτάτη Εμπορική στην Κωνσταντινούπολη και η αδελφή τους Αντιγόνη. Λόγω οικονομικών δυσκολιών το τιφλίκι πουλήθηκε σιγά - σιγά και το σπίτι χαρίστηκε στο βαφτιστήρι τους. Στη θέση του σήμερα δεν υπάρχει τίποτα.
Το 1884 ο Σώστης είχε 175 ελληνορθόδοξους μαθητές. Το σχολείο του Σώστη όπως και τα άλλα ελληνορθόδοξα σχολεία στο Σαντζάκι Γκιουμουλτζίνας λειτουργούσαν χάρι στο ενδιαφέρον του μητροπολίτου Μαρωνείας, δημογερόντων της εποχής εκείνης καθώς επίσης και με την οικονομική και υλικοτεχνική συμμετοχή συλλόγων της Αδριανούπολης, της Φιλιππούπολης, της Κωνστατινούπολης στις μηνιαίες μισθοδοτήσεις των διδασκάλων.
Στο χωριό μέχρι την μικρασιατική καταστροφή του 1922 κατοικούσαν μουσουλμάνοι και 50 οικογένειες ντόπιων Ελλήνων χριστιανών. Το 1922 εγκαταστάθηκαν και πρόσφυγες που ήλθαν από χωριά της Προύσας Μικράς Ασίας και Ανατολικοθρακιώτες από την Ραιδεστό, την Αρκαδιούπολη, την Μηδεία, την Βιζύη, το Τσακλί και τον Αη Γιώργη.

Κάποια στιγμή εγκαταστάθηκαν στο χωριό και οι Κιπτοί όπως και Πομάκοι που ήλθαν από μικρούς οικισμούς του Παπικίου Όρους. 
Η ιστορία των Πομάκων αυτών είναι γνωστή από την βίαιη αλλαγή της πίστης τους.
Γύρω στο 1922 ήλθαν και εγκαταστάθηκαν και 4 οικογένειες από την Λάιστα της Ηπείρου, ήταν του Παπαζήση, του Νικολαΐδη, του Γητογιάννη και του Δρίσκα. Δύο οικογένειες μετά το 1940 ήλθαν από τα Σιάτιστα, οι Καλογερόπουλοι. Επίσης και δύο οικογένειες από την περιοχή του Κιλκίς του Μποζίνη και του Βιλίνη.
Καταγωγή των ντόπιων: Οι ντόπιοι κάτοικοι του Σώστη ισχυρίζονται ότι προέρχονται από την Αρχαία Αναστασιούπολη και τον Ίασμο. Όπως μάλιστα διηγούνται οι παλαιοί είναι τόσο παλιά η καταγωγή τους που παίρνανε νύφες και από τον εγκαταλειμμένο Βυζάντιο οικισμό που βρίσκεται πάνω από τον Πολύανθο και οι μουσουλμάνοι τον ονομάζουν "Αλάν".

Η ελληνική προφορά των ντόπιων Ελλήνων του Σώστη δεν έμοιαζε με των γύρω χωριών και κάνανε νύφες και γαμπρούς περισσότερο από την Γρατινή.
Ενδυμασία των ντόπιων: Ήταν ίδια με την ενδυμασία του Ιάσμου και της Σάλπης. Οι άνδρες φορούσαν ποτούρια καφέ χρώματος, γιλέκο μαύρο κεντημένο, σακάκι μαύρο (τζαμαντάνι) με σχέδια γαϊτάνια. Τσαρούχια από δέρμα ζώου, ζωνάρι χρώματος σκούρο βυσσινί. Οι γυναίκες μαντήλα κεντημένη σκούρου χρώματος, φουστάνι συνήθως μαύρου χώματος ολόσωμο, στις άκρες κεντημένου με δαντέλα ανοιχτού χρώματος. Ζώνη μαύρη κεντητή η οποία έκλεινε με μεταλλικές μπρούτζινες πόρπες με ανάγλυφες παραστάσεις.
Πάνω από το ολόσωμο φουστάνι φορούσαν το λεγόμενο κοντογούνι που στις άκρες ήταν διακοσμημένο με χρυσοκέντητα σιρίτια, για κάλτσες φορούσαν χειροποίητες βαμβακερές ή μάλλινες. Στο λαιμό είχαν χρυσά φλουριά ραμμένα με χρυσή κλωστή. Και χρυσά σκουλαρίκια με πολλά σχέδια. Όλες είχαν δύο μεγάλες πλεξούδες στα μαλλιά τους που στο τέλος ήταν δεμένες με φιογκάκι, ορισμένες εκεί είχαν περασμένο ένα φλουράκι. Για παπούτσια καθημερινά είχαν τις λεγόμενες γαλότσες, για επίσημα είχαν τα δετά παπούτσια αγοραστά από τον τσαγκάρη. 
Ντόπιοι άρχοντες που μέχρι το τέλος της ζωής τους φορούσαν τα παραδοσιακά ρούχα τους, ήταν ο Μιχαλάκης, ο Στραυριτσίκις, ο Καρά Αντώνης, ο Νταή Λάμπρος Πούλλιος και άλλοι.
Οι πρόσφυγες όταν πρωτοήλθαν φιλοξενήθηκαν αρχικά σε σπίτια μουσουλμάνων, γι' αυτό όλα τα χρόνια μέχρι και σήμερα υπάρχει ο αλληλοσεβασμός και η φιλία μεταξύ τους. Αργότερα εγκαταστάθηκαν από την Ε.Α.Π. στη νότια πλευρά του χωριού στο τσιφλίκι του Οσμάν Αγά. Αυτός ήταν κάτοχος ενός τσιφλικιού περίπου 700 στρεμμάτων και έφτανε μέχρι έξω από την Μελέτη.
Στα οικόπεδα έχτιζαν με ένα συγκεκριμένο σχέδιο και με πέτρες που κουβαλούσαν από το ποτάμι με τις βοϊδάμαξες βοηθώντας ο ένας τον άλλον, μια κουζίνα, ένα υπνοδωμάτιο και ακόμα ένα μικρό δωμάτιο. Τουαλέτες υπήρχαν στην άκρη του οικοπέδου, ένας λάκκος με ένα μικρό φράχτη. Δίπλα στα σπίτια φτιάξανε και τους στάβλους και ένα ξυλόφουρνο. Στην αρχή έπαιρναν νερό από το "καβάκι πηγή" που ανέβλυζε θολό κοντά στην Μελέτη. Αργότερα σε κάθε σπίτι έφτιαξαν και από ένα πετρόκτιστο πηγάδι φτιαγμένο εξωτερικά από ένα είδος ελαφρόπετρας. Από πάνω υπήρχε το μαγκανοπήγαδο που έβγαζαν νερό με τον κουβά με ένα σχοινί, ήταν δροσερό το καλοκαίρι και χλιαρό τον χειμώνα. Τέτοια πηγάδια είχαν και τα σπίτια των ντόπιων. Κάποτε στο πηγάδι που ήταν στην αυλή της κοινότητας, δύο άνθρωποι έχασαν την ζωή τους από αναθυμιάσεις προσπαθώντας να το καθαρίσουν.
Οι ντόπιοι στην αρχή αποκαλούσαν τους πρόσφυγες Καμπακτσήδες γιατί τρώγανε πολλά κολοκύθια, όπως και "ματζίρ" (πρόσφυγας). Όταν άρχισαν οι γάμοι μεταξύ τους μετά από χρόνια σταμάτησαν και η υποτιμητική συμπεριφορά εκ μέρους των ντόπιων.
Όλοι οι κάτοικοι ασχολούνταν με την καπνοκαλλιέργεια που υπήρχε και πολύ μεγάλη εκμετάλλευση από τους καπνομεσίτες και εμπόρους.
Άλλη ασχολία τους ήταν τα αμπέλια, είχαν ντόπιες ρίζες, το μαυρούτι και τα παμίτια, επίσης και μια ποικιλία λευκού σταφυλιού που τα κάνανε τουρσί. Με τα σταφύλια για τον χειμώνα ετοίμαζαν τα ρετσέλια και το πετιμέζι. Επίσης έσπερναν και ζαχαροκάλαμα. Το φθινόπωρο οι γυναίκες ετοίμαζαν και διάφορα είδη τραχανά.
Όσοι ασχολούνταν με τα λαχανικά τα πότιζαν από το πηγάδι που η άντληση του νερού γινόταν από ένα άλογο που γυρνούσε γύρω - γύρω περιστρέφοντας μέσα στο πηγάδι κάθετα έναν τροχό που στις ακτίνες του είχε μικρά δοχεία, αυτά γυρνώντας γέμιζαν νερό από το πηγάδι και το άδειαζαν ένα - ένα στα χαντάκια με τα λαχανικά. Οι χωρικοί από βραδύς φόρτωναν τα λαχανικά στα κάρα και περνώντας δίπλα από την Μαξιμιανούπολη από τον παλιό δρόμο έφταναν στην Κομοτηνή το πρωί αφού κοιμόνταν κοντά στο πέμπτο χιλιόμετρο.
Τα σιτηρά τα έσπερναν αφού όργωναν τα χωράφια με τα ζώα. Αλώνιζαν με την παραδοσιακή "δουγάνα", ήταν μια μεγάλη βαριά σανίδα που είχε μπιγμένη γερά πετραδάκια, τρίβοντας την "δουγάνα" το άλογο πάνω από το σιτάρι αυτό αποφλοιωνόταν. 
Μετά την "δουγάνα" ήλθε η πατόζα που την "τάιζαν" με τα δεμάτια σταριού, οπότε η πατόζα έβαζε αλλού το σιτάρι και αλλού τα άχυρα. Τα αλώνια ήταν στην σημερινή θέση του γηπέδου.
Έξω από το χωριό υπήρχαν και δύο νερόμυλοι δίπλα στο ποτάμι σήμερα μόνο τα μισοσκαμμένα θεμέλια από τους "χρυσοθήρες" υπάρχουν.
Όταν κατέβαζε νερό το ποτάμι ορισμένοι χωρικοί με κοφίνια πιάνανε ψάρια και τα φέρνανε στο χωριό όπου έτρεχαν οι νοικοκυρές και αγόραζαν αυτήν την φτηνή και σπάνια τροφή. Πάνω από το χωριό υπήρχαν καμίνια, όπου γινόταν η επεξεργασία ειδικών ξύλων που αγόραζε ο βαρελοποιός  της Κομοτηνής Βαρελάς Γεώργιος και ο πατέρας του Χρήστος για να φτιάξουν τα βαρέλια τους. Αυτά όλα καθημερινά τα φόρτωναν σε καραβάνια από 20-30 καμήλες που με οδηγό ένα γαϊδουράκι τα μετέφεραν στην Κομοτηνή.
Στα βουνά πάνω από το χωριό όλα τα χρόνια κυνηγούσαν και κυνηγούν μέχρι και σήμερα οι χωρικοί αγιογούρουνα.

Έθιμα: Τα Θεοφάνεια όλοι κρατούσαν από ένα εικόνισμα της εκκλησίας και πήγαιναν στο σιντριβάνι όπου άκουγαν γονατισμένοι μέσα στα χώματα και τα χαλίκια από τον ιερέα το "Εν Ιορδάνη". Τότε όλα τα εικονίσματα έπρεπε να βραχούν, να αγιασθούν. Ακολούθως τα επανατοποθετούσαν στην Εκκλησία.
Το προσκλητήριο για τους γάμους γινόταν με ένα ματσάκι κλαδιών ελιάς που ήταν στολισμένο με "χρυσόσυρμα".













Την Κυριακή της Αποκριάς οι νέοι ντυνόταν καρναβάλια και πήγαιναν στα σπίτια των γεροντοτέρων για να τους συναντήσουν και να ζητήσουν την συγχώρεσή τους.
Δίπλα στην πλατεία στον δρόμο οι νέοι και οι νέες κάνανε την λεγόμενη "βόλτα" όπου γινόταν και τα περισσότερα συνοικέσια. Όσοι χωρικοί είχαν κάποια οικονομική ευχέρεια ειδικά οι γυναίκες πήγαιναν στην Κομοτηνή στο χαμάμ για λουτρό, εκεί που βρίσκεται σήμερα το ΚΑΠΗ.
Η αγορά των προϊόντων γινόταν από το μοναδικό παντοπωλείο του χωριού. Τρία αβγά ισοδυναμούσαν με "τρεις σταγόνες λάδι".
Τέλος 1ου μέρους (η συνέχεια θα δημοσιευτεί το επόμενο Σάββατο στον «Χ»)
Πηγές
Αναστασία Μαυρίδου, ερευνήτρια κοινωνιολόγος
Παναγιώτης Πασμακλής
Χριστόδουλος Κασάπης
Παναγιώτης Κυρανούδης, Τουρκικά οικωνύμια 
από την Θράκη
Θρακικός Ηλεκτρονικός Θησαυρός

https://www.xronos.gr/sites/all/themes/xronos/images/xronos-logo-grayscale.svg

Περί ευθύνης: Τo sv7bot.blogspot.gr  δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται.


Σώστης: Το χωριό των γηγενών και των προσφύγων κατοίκων (μέρος 2)



ΜΕ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝ. ΘΡΑΚΗ, ΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, ΤΗΝ ΛΑΪΣΤΑ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΙΑΤΙΣΤΑ


Υπάρχουν στοιχεία ύπαρξης του από το 1691
Οι πρόσφυγες όταν ήλθαν τους έθαβαν μαζί με τους ντόπιους στο παλιό νεκροταφείο που βρίσκεται χίλια μέτρα περίπου από το σημερινό. Στο νεκροταφείο που λειτουργεί σήμερα ο πρώτος που ετάφη εκεί ήταν ο γραμματέας του χωριού νέος σε ηλικία με καταγωγή από τον Πλάτανο Σάμου.
Το νεκροταφείο των μουσουλμάνων βρίσκεται πάντα μέσα στο χωριό. Όταν ήλθε ένας νέος αγροτικός γιατρός θέλησε να το καταργήσει για λόγους υγείας, αλλά οι χριστιανοί δεν τον άφησαν λέγοντας του ότι δεν τους ενοχλεί και έχουν καλές σχέσεις με τους μουσουλμάνους.
Οι γυναίκες του χωριού πήγαιναν στο διπλανό βουνό όπου φορτωνόταν πουρνάρια στις πλάτες τους για να ανάψουν τα τζάκια τους.
Πριν το 1940 λειτουργούσε στο χωριό ο φούρνος του Βαγγέλη Δρίσκα που αργότερα είχε και καφενείο στο κέντρο του χωριού. Εγγονός του είναι ο Βαγγέλης Δρίσκας σεφ, παρουσιαστής παρασκευής φαγητών σε πολλά τηλεοπτικά κανάλια της Ελλάδας.
Κάποιες φορές ερχόταν στο χωριό και ένας τσιγγάνος "αρκουδιάρης" με μια αρκούδα που χόρευε και "διασκέδαζε" τους χωρικούς εισπράττοντας ορισμένα προϊόντα απ' αυτούς.
Το χωριό ηλεκτροδοτήθηκε όπως και τα περισσότερα της Ελλάδας μετά το 1967 επί επταετίας, τότε ασφαλτοστρώθηκαν και οι δρόμοι του χωριού.
Το πρώτο σχολείο λειτουργούσε στην αυλή της εκκλησίας. Εκεί πήγαιναν και οι πρόσφυγες. Το τωρινό δημοτικό σχολείο έγινε λίγο πριν το 1940.
Περίπου το 1937 πέρασε με το τρένο ο Βενιζέλος. Τότε ο δάσκαλος με τα παιδιά πήγανε στον Πολύανθο να τον χαιρετίσουν τραγουδώντας "Βενιζέλαρος μεγάλε μας πατέρα και πατέρα της φυλής μας". Αυτός αφού φίλησε τα χέρια όλων των παιδιών αποχώρησε.
Μετά το 1950 ο δάσκαλος Δουλγεράκης με την σύζυγό του Τριάδα, προέτρεπαν με κάθε τρόπο τα παιδιά να μάθουν γράμματα. Στις εθνικές εορτές ο δάσκαλος και οι μαθητές περνούσαν απ' όλο το χωριό τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια με δάδες αναμμένες που ήταν φτιαγμένες από τενεκεδάκια που είχαν μέσα στάχτη και πετρέλαιο.
Κάποια παιδιά σπούδασαν πηγαίνοντας με ποδήλατα στην Κομοτηνή ή διέμεναν στο Οικοτροφείο της μητρόπολης. Έγιναν δάσκαλοι, καθηγητές και όσοι ακολούθησαν μια τέχνη έγιναν επιπλοποιοί, μηχανουργοί κλπ.
Άλλος δάσκαλος ήταν ο Ματσάκας που άφησε κάποιο χρηματικό ποσό με σκοπό να δίνεται κάποια συμβολική υποτροφία στο όνομά του στον αριστούχο μαθητή του χωριού κάθε χρόνο. 
Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 πολλοί νέοι του Σώστη πολέμησαν στο μέτωπο, 4 ήρωες δεν επέστρεψαν πίσω ήταν ο Δρίσκας Ευάγγελος, ο Χασάν Ογλού Σαντίκ του Χασάν, ο Μουμίν Ογλού Μεχμέτ του Μουμίν και ο Σακήρ Ογλού Σακήρ. Αιωνία τους η μνήμη.
Έξω από το χωριό στην διασταύρωση προς Πολύανθο υπάρχει το ηρώο των τριών ηρώων στρατιωτών που σκοτώθηκαν σε μάχη δίπλα στο χωριό από τους Γερμανούς την 6-4-1941 όταν προέβαλαν αντίσταση στην προέλαση τους προς την Κομοτηνή.
Κατά την βουλγαρική κατοχή 1941-1944 οι Βούλγαροι τους ανάγκασαν να κατοικίσουν δύο τρεις οικογένειες σε ένα σπίτι για να μείνουν στα υπόλοιπα αυτοί. Τότε τα παιδιά πήγαιναν υποχρεωτικά στο βουλγάρικο σχολείο, το ξύλο, η πείνα, οι απειλές ήταν καθημερινό φαινόμενο από τους Βουλγάρους. Τους υποχρέωναν στην εκκλησία να ψάλουν στα βουλγαρικά. Ήταν αγροίκοι, τους έπαιρναν με βία, τα σπαρτά τους, εξαφάνισαν από τον κάμπο τις χελώνες που τις είχαν σαν το καλύτερο φαγητό. Όλοι οι κάτοικοι έχουν να διηγηθούν κάτι κακό από τους Βουλγάρους.
Χαρακτηριστική η περίπτωση του Δέλτσου Βασίλειου που τρυγούσε μέλι από μελίσσια των δέντρων. Τον ειδοποίησαν από την βουλγαρική δημαρχία να τους παραδώσει το μέλι. Αυτός τους πήγε το δοχείο που μάζεψε. Οι Βούλγαροι όμως δεν τον πίστεψαν και τον ξυλοφόρτωσαν άγρια. Οι συγγενείς του για να ξεπρηστεί τον τύλιξαν σε δέρμα ζώου. Φεύγοντας οι Βούλγαροι έκαψαν και την Κοινότητα. Από τα παλιά ακόμη χρόνια οι θύμισες για τους Βουλγάρους δυστυχώς πάντα είναι κακές, όπως μας διηγείται και η Μαυρίδου Γαρυφαλλιά από μικρή έμεινε ορφανή από πατέρα που πέθανε από το πολύ ξύλο των Βουλγαρών στην Αν. Ρωμυλία. Ο πατέρας της Μαρινέλης Θεόδωρος ήταν παλαιστής πρωταθλητής σε αγώνες στην Κωνσταντινούπολη, μάλιστα πάλεψε με αρκούδα και την νίκησε. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων παλαιστών. 
Επί βουλγαρικής κατοχής πάλι το καφενείο του Ζήση Παπαζήση πεθερού του ευπατρίδη Κωνσταντίνου Δώδου, λειτουργούσε σαν ένας τόπος σημαντικών συζητήσεων και αποφάσεων των Ελλήνων. Εκεί μάθαιναν τα νέα από κάποιες εφημερίδες που έφερνε ο εργαζόμενος στα τρένα Βλαδενίδης Κωνσταντίνος που τις πετούσαν οι επιβάτες των τρένων. Οι ιερέας μάλιστα του χωριού τους εμψύχωνε ότι έρχεται στις θάλασσες μας να μας απελευθερώσει το υποβρυχιο Παπανικολής.
Στον Εμφύλιο πάνω από τον Σώστη την 24-12-1947 σκοτώθηκε ο ανθυπολοχαγός Ορέστης Μακρίδης μαζί με άλλους 7 στρατιώτες. Ενταφιάστηκαν στο νεκροταφείο του χωριού. Η προτομή του Μακρίδη βρίσκεται μπροστά στην εκκλησία για να μας θυμίζει το κακό και το ποτέ πια εμφύλιος πόλεμος. Σήμερα σώζεται και το πολυβολείο δίπλα στα νεκροταφεία.
Γύρω στο 1960 πολλοί μετανάστευσαν στην Γερμανία και στο Βέλγιο, άλλοι επέστρεψαν και άλλοι όχι. Ένας μετανάστευσε στην Αυστραλία όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Όπως και ορισμένοι εργάστηκαν στα καράβια, ένας πνίγηκε σε ναυάγιο. 
Η "ΟΥΝΤΡΑ" βοήθησε μετά τον πόλεμο στέλνοντας στο χωριό ορισμένα δέματα με κασέρια, γάλατα, παπούτσια και ρούχα, στον Μαυρίδη Κωνσταντίνο έτυχε ένα γυναικείο μαγιό που όποια γυναίκα ήθελε να πάει στην θάλασσα δανειζόταν το μαγιό τους.
Πάνω από το χωριό το 1960 μέχρι και κάποια χρόνια αργότερα χωρικοί του Σώστη φύτεψαν τα πεύκα. 
Μεγάλη ήταν και η προσφορά του Σπιτιού του Παιδού που το πρώτο εγκαινίασε η βασίλισσα Φρειδερίκη, όπως σε όλα τα χωριά έτσι και στον Σώστη. Η δραστήριο Ψηφούλα Μπαλή Σφατίδου δίδαξε στους νέους του χωριού καλή συμπεριφορά, παραδοσιακούς χορούς και πολλά άλλα. Ένας αρχιτεχνίτης μάθαινε στους νέους ξυλουργική, κτιστική κλπ. Πολλοί από αυτούς εργάστηκαν στην Κομοτηνή και αλλού. Ο γεωργοτεχνίτης Χαράλαμπος Καλπακίδης φρόντιζε όταν αρρώσταιναν τα ζώα του χωριού να τα θεραπεύει. Στο Σπίτι του Παιδιού επίσης όλα τα παιδιά έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια, φιδάκι, κουκλοθέατρο, διάβαζαν βιβλία. Μάθαιναν κέντημα, μοδιστρική και υφαντική τέχνη  από την υφάντρα κ. Βούλα. 
Τα γύρω εκκλησάκια του χωριού φτιάχτηκαν με προσωπική συνεισφορά των χωρικών και με την καθοδήγηση του παπά Κυριάκου Σοφιανού.
Νότια του χωριού κτίστηκε η Αγία Μαρίνα σε χωράφι που χάρισε η Μαγδαληνή Στυλιάδου πριν 40 χρόνια. 
Δυτικά του χωριού υπήρχαν κάποια βυζαντινά χαλάσματα πιθανόν ιερού ναού του 12ου αιώνα. Έσκαψαν οι χωριανοί και βρήκαν την εικόνα του Αγίου Μάρκου πάνω σε μια λαμαρίνα. Έτσι το 1962 στο ίδιο σημείο έκτισαν το εκκλησάκι. Τα χρήματα τα έδωσε ο Κασάπης Παύλος, την στέγη και τους τοίχους έφτιαξαν οι νέοι του χωριού. Ο Μαυρίδης Κωνσταντίνος και ο Δήμος Μπελτσίδης με τα βουβάλια τους κουβαλούσαν το νερό.
Ο Άγιος Γεώργιος είναι η κεντρική εκκλησία του χωριού. Έξω από την εκκλησία γράφει 1870 αυτή η επιγραφή σήμερα έχει καλυφθεί από έναν πρόσθετο νάρθηκα. Σ' αυτήν την εκκλησία υπήρχαν πολλές παλιές εικόνες με τα χρόνια σιγά - σιγά ορισμένες εξαφανίσθηκαν. Ορισμένες πάλι πριν 40 χρόνια περίπου επί μητροπολίτου Δαμασκηνού σύμφωνα με διηγήσεις χωρικών τις πήρανε ιερείς της Μητρόπολης λέγοντάς τους ότι θα τις εκθέσουν στο Εκκλησιαστικό Μουσείο. Έκτοτε αγνοείται η τύχη τους και δεν εκθέτονται στο Μουσείο. Επίσης αφαιρέσανε και την μεγάλης αξίας εικόνα του Παντοκράτορα και την καμπάνα του χωριού. Καλό θα είναι αφού γίνει έρευνα από τον άξιο Μητροπολίτη μας να γίνει ενημέρωση των κατοίκων για την τύχη των εικόνων και της καμπάνας γιατί η αφαίρεση τους έγινε στα πρόσφατα χρόνια και αιωρούνται πολλά και διάφορα ερωτηματικά στους κατοίκους του Σώστη και αφού δεν τις εκθέτουν στο μουσείο θα πρέπει όλες να επιστραφούν στο φυσικό μέρος τους που είναι η Εκκλησία του Σώστη.
Κάποια χρόνια λειτουργούσαν στον περίβολο της Εκκλησίας και κατασκηνώσεις με αντίσκηνα. Απέναντι από την εκκλησία που βρίσκεται βόρεια του χωριού όπου πάντα διέμεναν οι ντόπιοι κάτοικοι υπάρχουν υπολείμματα βυζαντινού νεκροταφείου για να μας θυμίζει πόσο παλιές είναι οι ρίζες των εντόπιων κατοίκων του χωριού.
Άλλος ιερέας του χωριού ήταν ο μικρασιάτης Χαρίτων Βασιλειάδης που διέμενε με την οικογένειά του εκεί που είναι ο νάρθηκας της εκκλησίας. Τότε οι χωρικοί πλήρωναν τον ιερέα. Έσπερνε και καπνό για να ζήσει. Η σύζυγός του πρόσφερε φαγητό σε φτωχά παιδάκια.
Η μαμή του χωριού Κατερινάκη Ευαγγελία στα δύσκολα χρόνια έκανε 3.500 τοκετούς. Την τίμησε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Μαιευτών. Άραγε πάλι ποιος δεν θυμάται την κυρά Κατίνα την νοσοκόμα που εμβολίαζε και έβαζε τις ενέσεις στους κατοίκους.
Μέχρι την δεκαετία του 1980 στο χωριό υπήρχαν περί τα 100 βουβάλια. Όλοι είχαν στα σπίτια τους 2-3 αγελάδες. Εκτός από τα κοπάδια με πρόβατα και κατσίκια. Πολλοί είχαν και βόδια για τις γεωργικές τους εργασίες.
Νότια του χωριού υπήρχε στάση για το τρένο με την επιγραφή Σώστης που γκρέμισαν τα τελευταία χρόνια. Έκανε στάση το "οτομοτρις". Εκεί δίπλα υπάρχει προϊστορικός οικισμός, τούμπα της νεολιθικής εποχής του Σιδήρου. Έχει ανευρεθεί πώλινο λατρευτικό ειδώλιο γυναικείας μορφής, καθώς και κεραμικά. Παραδίπλα περνάει και η Αρχαία Εγνατία Οδός. Πριν πολλά χρόνια παρέδωσε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ο Μουσταφά Ραμαδάν ένα χάλκινο ειδώλιο του Δία 8 εκατοστών που βρήκε στην αυλή του σπιτιού του.
Στο Παπίκιο πάνω από το χωριό στην περιοχή Μαυροβούνι σε ένα χωράφι που υπήρχαν θεμέλια οι μουσουλμάνοι το ονόμαζαν τζαμί Ταρλά (το χωράφι του τζαμιού). Με τις αναδασώσεις όμως που έγιναν από μπουλντόζες του Δασαρχείου αποκαλύφθηκε ψηφιδωτό μοναστηριού και όχι θεμέλια τζαμιού οπότε ...πάνω από το χωριό κτίστηκε η μονή του Αγίου Μάξιμου. Αυτή κτίστηκε χάρι στο πείσμα και την επιμονή του ιερέα του χωριού Τσισμαλίδη Γεώργιου που ατελείωτες ώρες και μέρες με την βοήθεια της πρεσβυτέρας Ευρυδίκης Χαμάλη κατέθεσαν την ψυχή τους στο μοναστήρι, κουβαλώντας πέτρες με αντίξοες συνθήκες. Επίσης πολλοί μάστορες και εργάτες εργάστηκαν εκεί από το χωριό. Ο ιερέας αργότερα έγινε ιερομόναχος Μάξιμος που μετά τον πρόωρο θάνατό του ετάφη πίσω από την μονή. Σε όλη του την ζωή βοηθούσε όλους τους ανθρώπους και δεν ξεχώριζε τους χριστιανούς από τους μουσουλμάνους. 
Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω την ερευνήτρια κοινωνιολόγο Αναστασία Μαυρίδου που με τις πολύτιμες σημειώσεις της πλούτισε αυτό το σύγγραμμα. Επίσης τον Πασμακλή Παναγιώτη και τον Χριστόδουλο Κασάπη για τις προφορικές τους ενημερώσεις.


























Πηγές
Αναστασία Μαυρίδου, ερευνήτρια κοινωνιολόγος
Παναγιώτης Πασμακλής
Χριστόδουλος Κασάπης
Παναγιώτης Κυρανούδης, Τουρκικά οικωνύμια
από την Θράκη
Θρακικός Ηλεκτρονικός Θησαυρός

https://www.xronos.gr/sites/all/themes/xronos/images/xronos-logo-grayscale.svg

Περί ευθύνης: Τo sv7bot.blogspot.gr  δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται.